ὠθέω

Aus Wiktionary, dem freien Wörterbuch
Zur Navigation springen Zur Suche springen

ὠθέω (Altgriechisch)[Bearbeiten]

Verb[Bearbeiten]

Tempus Aktiv Medium Passiv
Präsens ὠθέω ὠθοῦμαι
Futur ὤσω
ὠθήσω
ὤσομαι ὠσθήσομαι
Aorist ἔωσα
ὦσα

ὤθησα
ἐωσάμην ἐώσθην
Perfekt ἔωκα ἔωσμαι
Alle weiteren Formen: Flexion:ὠθέω

Worttrennung:

ὠ·θέ·ω

Aussprache:

IPA: []
Hörbeispiele:

Bedeutungen:

[1] etwas mit Kraft bewegen: stoßen, drängen, treiben, zurückstoßen, verdrängen, vertreiben
[2] speziell: Militär: zurückstoßen, verdrängen, vertreiben, verjagen
[3] übertragen: beschleunigen, übereilen
[4] von sich wegbewegen: von sich wegstoßen, vor sich her stoßen, zurückstoßen
[5] sich an einen Ort bewegen: sich drängen

Herkunft:

vermutlich aus *ϝωθέjω entstanden, mit dem das Partizip ἔθων (ethōn) → grc verwandt ist; etymologisch verwandt mit sanskrit वध् (vadh-) → sa (Aorist: अवधीत् (avadhīt) → sa „er schlug“) „schlagen“ und litauisch vedega → lt „Axt“[1][2]

Beispiele:

[1] „ἦ καὶ ἐπ᾽ ἀργυρέῃ κώπῃ σχέθε χεῖρα βαρεῖαν,
ἂψ δ᾽ ἐς κουλεὸν ὦσε μέγα ξίφος, οὐδ᾽ ἀπίθησε
μύθῳ Ἀθηναίης:“[3]
[1] „τοῦ δ᾽ οὐχ ἅλιον βέλος ἔκφυγε χειρός,
ἀλλ᾽ ἔβαλε στῆθος μεταμάζιον, ὦσε δ᾽ ἀφ᾽ ἵππων.“[4]
[1] „τοῖσι δ᾽ ἀπ᾽ ὀφθαλμῶν νέφος ἀχλύος ὦσεν Ἀθήνη
θεσπέσιον:“[5]
[1] „τὸν δὲ Ζεὺς ὦσεν ὄπισθε
χειρὶ μάλα μεγάλῃ, ὄτρυνε δὲ λαὸν ἅμ᾽ αὐτῷ.“[6]
[1] „ἔνθα Νότος μέγα κῦμα ποτὶ σκαιὸν ῥίον ὠθεῖ,
ἐς Φαιστόν, μικρὸς δὲ λίθος μέγα κῦμ᾽ ἀποέργει.“[7]
[1] „αὐτὰρ ἐγὼ χείρεσσι λαβὼν περιμήκεα κοντὸν
ὦσα παρέξ,“[8]
[1] „ἦ τοι ὁ μὲν σκηριπτόμενος χερσίν τε ποσίν τε
λᾶαν ἄνω ὤθεσκε ποτὶ λόφον:“[9]
[1] „θοῶς δ᾽ ἀπὸ εἷο τράπεζαν
ὦσε ποδὶ πλήξας, ἀπὸ δ᾽ εἴδατα χεῦεν ἔραζε:“[10]
[1] „Ὤθεε τὸ ξίφος καὶ δι’ ἀμφοτέρων.“[11]
[1] „ἰδὼν δέ γε, ὦ φίλε, ταῦτα καὶ παθὼν καὶ ἀπολέσας τὰ ὄντα, δείσας οἶμαι εὐθὺς ἐπὶ κεφαλὴν ὠθεῖ ἐκ τοῦ θρόνου τοῦ ἐν τῇ ἑαυτοῦ ψυχῇ φιλοτιμίαν τε καὶ τὸ θυμοειδὲς ἐκεῖνο, καὶ ταπεινωθεὶς ὑπὸ πενίας πρὸς χρηματισμὸν τραπόμενος γλίσχρως καὶ κατὰ σμικρὸν φειδόμενος καὶ ἐργαζόμενος χρήματα συλλέγεται.“[12]
[2] „οἳ δ᾽ ἰθὺς τάφροιο βαθείης ὦσαν Ἀχαιούς:“[13]
[2] „ὃ δ᾽ ἄρ᾽ ἀσπίδος ὀμφαλὸν οὖτα,
ὦσε δέ μιν σθένεϊ μεγάλῳ:“[14]
[2] „ῥεῖα δέ κ᾽ ἀκμῆτες κεκμηότας ἄνδρας ἀϋτῇ
ὤσαιμεν προτὶ ἄστυ νεῶν ἄπο καὶ κλισιάων.“[15]
[3] „Κῶς γὰρ ἂν γινώσκοι ὃς οὔτ’ ἐδιδάχθη οὔτε εἶδε καλὸν οὐδὲν [οὐδ’] οἰκήιον, ὠθέει τε ἐμπεσὼν τὰ πρήγματα ἄνευ νόου, χειμάρρῳ ποταμῷ ἴκελος;“[16]
[4] „ὣς φάτο, τὸν δ᾽ οὔ τι προσέφη κορυθαίολος Ἕκτωρ,
ἀλλὰ παρήϊξεν λελιημένος ὄφρα τάχιστα
ὤσαιτ᾽ Ἀργείους, πολέων δ᾽ ἀπὸ θυμὸν ἕλοιτο.“[17]
[4] „οὐ μέν τοι ὅση δύναμίς γε πάρεστι
παύομαι, ἀλλ᾽ ἐξ οὗ προτὶ Ἴλιον ὠσάμεθ᾽ αὐτοὺς
ἐκ τοῦ δὴ τόξοισι δεδεγμένος ἄνδρας ἐναίρω.“[18]
[4] „οὔτέ ποτ᾽ αἰχμηταὶ Δαναοὶ Λυκίους ἐδύναντο
τείχεος ἂψ ὤσασθαι, ἐπεὶ τὰ πρῶτα πέλασθεν.“[19]
[4] „Οἱ μέν νυν βάρβαροι τρόπῳ τῷ σφετέρῳ ἐτίμων ἀποθανόντα Μασίστιον· οἱ δὲ Ἕλληνες, ὡς τὴν ἵππον ἐδέξαντο προσβάλλουσαν καὶ δεξάμενοι ὤσαντο, ἐθάρσησαν πολλῷ μᾶλλον.“[20]
[5] „καὶ οἱ μὲν Ἀθηναῖοι ἀμφοτέρωθεν ἔκ τε γῆς καὶ ἐκ θαλάσσης ἠμύνοντο: οἱ δὲ κατ᾽ ὀλίγας ναῦς διελόμενοι, διότι οὐκ ἦν πλέοσι προσσχεῖν, καὶ ἀναπαύοντες ἐν τῷ μέρει τοὺς ἐπίπλους ἐποιοῦντο, προθυμίᾳ τε πάσῃ χρώμενοι καὶ παρακελευσμῷ, εἴ πως ὠσάμενοι ἕλοιεν τὸ τείχισμα.“[21]
[5] „τοιγαροῦν ἐκ τούτων πάντων οὕτω πολὺ μένος καὶ θάρρος τοῖς στρατιώταις φασὶν ἐμπεσεῖν ὥστ’ ἔργον εἶναι τοῖς ἡγεμόσιν ἀνείργειν τοὺς στρατιώτας ὠθουμένους εἰς τὸ πρόσθεν.“[22]

Wortbildungen:

ἀνωθέω, ἀπωθέω, εἰσωθέω, ἐνωθέω, ἐξωθέω, ἐπωθέω, διωθέω, παρωθέω, περιωθέω, προωθέω, συνωθέω, ὑπωθέω
ὠθίζομαι, ὦσις, ὠσμός, ὤσπης, ὠστίζομαι

Übersetzungen[Bearbeiten]

Referenzen und weiterführende Informationen:
[1–5] Wilhelm Pape, bearbeitet von Max Sengebusch: Handwörterbuch der griechischen Sprache. Griechisch-deutsches Handwörterbuch. Band 1: Α–Κ, Band 2: Λ–Ω. 3. Auflage, 6. Abdruck, Vieweg & Sohn, Braunschweig 1914. Stichwort „ὠθέω“.
[1–5] Henry George Liddell, Robert Scott, revised and augmented throughout by Sir Henry Stuart Jones with assistance of Roderick McKenzie: A Greek-English Lexicon. Clarendon Press, Oxford 1940. Stichwort „ὠθέω“.
[1–5] Wilhelm Gemoll: Griechisch-deutsches Schul- und Handwörterbuch. Von W. Gemoll und K. Vretska. 10. Auflage. Oldenbourg, München 2006, ISBN 978-3-637-00234-0, Seite 875

Quellen:

  1. Wilhelm Gemoll: Griechisch-deutsches Schul- und Handwörterbuch. Von W. Gemoll und K. Vretska. 10. Auflage. Oldenbourg, München 2006, ISBN 978-3-637-00234-0, Seite 875
  2. Hjalmar Frisk, Griechisches Etymologisches Wörterbuch: „ὠθέω
  3. Homer, Ilias, 1,219–221
  4. Homer, Ilias, 5,18–19
  5. Homer, Ilias, 15, 668–669
  6. Homer, Ilias, 15,694–695
  7. Homer, Odyssee, 3,295–296
  8. Homer, Odyssee, 9, 487–488
  9. Homer, Odyssee, 11,595–596
  10. Homer, Odyssee, 22,19–20
  11. Herodot, Historiae, 3,79
  12. Platon, Res publica, 553b–c
  13. Homer, Ilias, 8,336
  14. Homer, Ilias, 13,92–93
  15. Homer, Ilias, 16,44–45
  16. Herodot, Historiae, 3,81
  17. Homer, Ilias, 5,689–691
  18. Homer, Ilias, 8,294–296
  19. Homer, Ilias, 12,419–420
  20. Herodot, Historiae, 9,24–24
  21. Thucydides, Historiae, 4,11
  22. Xenophon, Hellenica, 7,1,31