φαινόμενο

Aus Wiktionary, dem freien Wörterbuch
Zur Navigation springen Zur Suche springen

φαινόμενο (Neugriechisch)[Bearbeiten]

Substantiv, n[Bearbeiten]

Singular Plural

Nominativ το φαινόμενο τα φαινόμενα

Genitiv του φαινομένου των φαινομένων

Akkusativ το φαινόμενο τα φαινόμενα

Vokativ φαινόμενο φαινόμενα

Worttrennung:
φαι·νό·με·νο, Plural: φαι·νό·με·να

Umschrift:
fenómeno, Plural: fenómena

Aussprache:
IPA: [fɛˈnɔmɛnɔ], Plural: [fɛˈnɔmɛna]
Hörbeispiele: —, Plural:

Bedeutungen:
[1] etwas, das geschieht und wahrgenommen wird: Phänomen, Erscheinung, Effekt
[2] übertragen: jemand/etwas Ungewöhnliches/Erstaunliches: Phänomen

Unterbegriffe:
[1] φαινόμενο του θερμοκηπίου

Beispiele:
[1]

Redewendungen:
[1] κατά τα φαινόμεναdem Anschein nach
[1] τα φαινόμενα απατουνder Schein trügt

Übersetzungen[Bearbeiten]

Referenzen und weiterführende Informationen:
[1, 2] PONS Griechisch-Deutsch, Stichwort: „φαινόμενο
[1, 2] Μανόλης Τριανταφυλλίδης: Λεξικό της κοινής νεοελληνικής: „15888