βόμβος

Aus Wiktionary, dem freien Wörterbuch
Zur Navigation springen Zur Suche springen

βόμβος (Altgriechisch)[Bearbeiten]

Substantiv, m[Bearbeiten]

Singular Plural

Nominativ ὁ βόμβος οἱ βόμβοι

Genitiv τοῦ βόμβου τῶν βόμβων

Dativ τῷ βόμβῳ τοῖς βόμβοις

Akkusativ τὸν βόμβον τοὺς βόμβους

Vokativ (ὦ) βόμβε (ὦ) βόμβοι

Nebenformen:

βόμβο

Worttrennung:

βόμ·βος, Plural: βόμ·βοι

Aussprache:

IPA: []
Hörbeispiele:

Bedeutungen:

[1] dumpfer Ton, Summen, Dröhnen, Getöse

Herkunft:

lautmalerisches Wort;[1] vergleiche mit βέμβιξ (bembix) → grc und βολβός (bolbos) → grc sowie litauisch bimbalas → lt, lettisch bambals → lv, russisch бубен (búben) → ru und polnisch bęben → pl[2][3]

Beispiele:

[1] „τοῦτό τ’ ἦν τὸ μειράκιον, καὶ τὼ Ἀδειμάντω ἀμφοτέρω, ὅ τε Κήπιδος καὶ ὁ Λευκολοφίδου, καὶ ἄλλοι τινὲς ἐφαίνοντο· περὶ δὲ ὧν διελέγοντο οὐκ ἐδυνάμην ἔγωγε μαθεῖν ἔξωθεν, καίπερ λιπαρῶς ἔχων ἀκούειν τοῦ Προδίκου—πάσσοφος γάρ μοι δοκεῖ ἁνὴρ εἶναι καὶ θεῖος—ἀλλὰ διὰ τὴν βαρύτητα τῆς φωνῆς βόμβος τις ἐν τῷ οἰκήματι γιγνόμενος ἀσαφῆ ἐποίει τὰ λεγόμενα.“[4]
[1] „καὶ τῇ τρίψει τῇ πρὸς τὸν ὑμένα ποιοῦσι τὸν βόμβον, ὥσπερ λέγομεν, οἷον διὰ τῶν καλάμων τῶν τετρυπημένων τὰ παιδία, ὅταν ἐπιθῶσιν ὑμένα λεπτόν.“[5]
[1] „Τούτων καὶ λεγομένων καὶ γινομένων ὁ μὲν ἥλιος ἀκριβῶς εἰς δυσμὰς περιελθὼν τὸ μεταίχμιον ἡμέρας καὶ νυκτὸς σκιόφως ἀπετέλεσεν, ἡ θάλασσα δὲ αἰφνίδιον ἐτραχύνετο τάχα μὲν τροπὴν ἐκ τοῦ καιροῦ λαβοῦσα τάχα δέ που καὶ τύχης τινὸς βουλήματι μεταβληθεῖσα· καὶ βόμβος ἀνέμου κατιόντος ἠκούετο καὶ ὅσον οὔπω πνεῦμα λάβρον τε καὶ βίαιον αὐτόθεν ἐμπεσὸν ἀπροσδοκήτου θορύβου τοὺς λῃστὰς ἐνεπεπλήκει, τὴν μὲν ἰδίαν ἄκατον ἀπολιπόντας κατὰ δὲ τὴν ὁλκάδα πρὸς τῇ διαρπαγῇ τοῦ φόρτου καταληφθέντας ὅπη τε χρήσονται τῷ μεγέθει τῆς νεὼς ἀπείρως ἔχοντας.“[6]

Wortbildungen:

[1] βομβέω

Übersetzungen[Bearbeiten]

Referenzen und weiterführende Informationen:
[1] Wilhelm Pape, bearbeitet von Max Sengebusch: Handwörterbuch der griechischen Sprache. Griechisch-deutsches Handwörterbuch. Band 1: Α–Κ, Band 2: Λ–Ω. 3. Auflage, 6. Abdruck, Vieweg & Sohn, Braunschweig 1914. Stichwort „ΒΌΜΒος“.
[1] Henry George Liddell, Robert Scott, revised and augmented throughout by Sir Henry Stuart Jones with assistance of Roderick McKenzie: A Greek-English Lexicon. Clarendon Press, Oxford 1940. Stichwort „βόμβος“.
[1] Wilhelm Gemoll: Griechisch-deutsches Schul- und Handwörterbuch. Von W. Gemoll und K. Vretska. 10. Auflage. Oldenbourg, München 2006, ISBN 978-3-637-00234-0, Seite 169

Quellen:

  1. Wilhelm Gemoll: Griechisch-deutsches Schul- und Handwörterbuch. Von W. Gemoll und K. Vretska. 10. Auflage. Oldenbourg, München 2006, ISBN 978-3-637-00234-0, Seite 169
  2. Hjalmar Frisk, Griechisches Etymologisches Wörterbuch: „βόμβος
  3. Vasmer's Etymological Dictionary: „бубен
  4. Platon, Protagoras, 315d–316a
  5. Aristoteles, De respiratione, 475a
  6. Heliodorus, Aethiopica, 5,27,1–2