κέδρος

Aus Wiktionary, dem freien Wörterbuch
Zur Navigation springen Zur Suche springen

κέδρος (Altgriechisch)[Bearbeiten]

Substantiv, f[Bearbeiten]

Singular Plural

Nominativ ἡ κέδρος αἱ κέδροι

Genitiv τῆς κέδρου τῶν κέδρων

Dativ τῇ κέδρῳ ταῖς κέδροις

Akkusativ τὴν κέδρον τὰς κέδρους

Vokativ (ὦ) κέδρε (ὦ) κέδροι

Worttrennung:
κέ·δρος, Plural: κέ·δροι

Umschrift:
kédros, Plural: kédroi

Aussprache:
IPA: []
Hörbeispiele:

Bedeutungen:
[1] Botanik: Zeder, Wacholder
[2] übertragen: Sarg aus dem Holz von [1]; Zedernsarg
[3] übertragen: Kiste aus dem Holz von [1]; Zedernkiste
[4] übertragen: Öl von [1]; Zedernöl

Herkunft:
die Etymologie ist unklar;[1] es wird eine Verwandtschaft mit litauisch kadagys → lt ‚Wacholder‘ vermutet, wobei nur die erste Silbe dem Griechischen entspricht[2]

Beispiele:
[1] „πῦρ μὲν ἐπ’ ἐσχαρόφιν μέγα καίετο, τηλόσε δ’ ὀδμὴ
κέδρου τ’ εὐκεάτοιο θύου τ’ ἀνὰ νῆσον ὀδώδει
δαιομένων·“[3]
[1] „Ἐπεὰν [τοὺς] κλυστῆρας πλήσωνται τοῦ ἀπὸ κέδρου ἀλείφατος γινομένου, ἐν ὦν ἔπλησαν τοῦ νεκροῦ τὴν κοιλίην, οὔτε ἀναταμόντες αὐτὸν οὔτε ἐξελόντες τὴν νηδύν, κατὰ δὲ τὴν ἕδρην ἐσηθήσαντες καὶ ἐπιλαβόντες τὸ κλύσμα τῆς ὀπίσω ὁδοῦ ταριχεύουσι τὰς προκειμένας ἡμέρας.“[4]
[2] „ἐν ταῖσιν αὐταῖς γάρ μ’ ἐπισκήψω κέδροις
σοὶ τούσδε θεῖναι πλευρά τ’ ἐκτεῖναι πέλας
πλευροῖσι τοῖς σοῖς· μηδὲ γὰρ θανών ποτε
σοῦ χωρὶς εἴην τῆς μόνης πιστῆς ἐμοί.“[5]
[3] „ᾀσεῖ δ’ ὥς ποκ’ ἔδεκτο τὸν αἰπόλον εὐρέα λάρναξ
ζωὸν ἐόντα κακαῖσιν ἀτασθαλίαισιν ἄνακτος,
ὥς τέ νιν αἱ σιμαὶ λειμωνόθε φέρβον ἰοῖσαι
κέδρον ἐς ἁδεῖαν μαλακοῖς ἄνθεσσι μέλισσαι,
οὕνεκά οἱ γλυκὺ Μοῖσα κατὰ στόματος χέε νέκταρ.“[6]
[4] „τίνα γὰρ ἐλπίδα καὶ αὐτὸς ἔχων εἰς τὰ βιβλία καὶ ἀνατυλίττεις ἀεὶ καὶ διακολλᾷς καὶ περικόπτεις καὶ ἀλείφεις τῷ κρόκῳ καὶ τῇ κέδρῳ καὶ διφθέρας περιβάλλεις καὶ ὀμφαλοὺς ἐντίθης, ὡς δή τι ἀπολαύσων αὐτῶν;“[7]

Wortbildungen:
[1] κεδρία, κέδρινος, κεδρίς, κέδρον, κεδρόω, κεδρωτός
[1] κεδρέλαιον,

Übersetzungen[Bearbeiten]

Referenzen und weiterführende Informationen:
[1–4] Wilhelm Pape, bearbeitet von Max Sengebusch: Handwörterbuch der griechischen Sprache. Griechisch-deutsches Handwörterbuch. Band 1: Α–Κ, Band 2: Λ–Ω. 3. Auflage, 6. Abdruck, Vieweg & Sohn, Braunschweig 1914. Stichwort „κέδρος“.
[1–4] Henry George Liddell, Robert Scott, revised and augmented throughout by Sir Henry Stuart Jones with assistance of Roderick McKenzie: A Greek-English Lexicon. Clarendon Press, Oxford 1940. Stichwort „κέδρος“.
[1–3] Wilhelm Gemoll: Griechisch-deutsches Schul- und Handwörterbuch. Von W. Gemoll und K. Vretska. 10. Auflage. Oldenbourg, München 2006, ISBN 978-3-637-00234-0, Seite 456.

Quellen:

  1. Wilhelm Gemoll: Griechisch-deutsches Schul- und Handwörterbuch. Von W. Gemoll und K. Vretska. 10. Auflage. Oldenbourg, München 2006, ISBN 978-3-637-00234-0, Seite 456.
  2. Pierre Chantraine: Dictionnaire étymologique de la langue grecque. Histoire des mots. mit einem Supplement versehene Neuauflage der 1. Auflage. Klincksieck, Paris 1999, ISBN 2-252-03277-4, Seite 509.
  3. Homer, Odyssee, 5,59-61
  4. Herodotus, Historiae, 2,87
  5. Eurpides, Alcestis, 365–368
  6. Theocritus, Idylla, 7,78–82
  7. Lucianus, Adversus indoctum et libros multos ementem, 16

κέδρος (Neugriechisch)[Bearbeiten]

Substantiv, m[Bearbeiten]

Singular Plural

Nominativ ο κέδρος οι κέδροι

Genitiv του κέδρου των κέδρων

Akkusativ τον κέδρο τους κέδρους

Vokativ κέδρε κέδροι

Nebenformen:
κέδρο

Worttrennung:
κέ·δρος, Plural: κέ·δροι

Aussprache:
IPA: [ˈkʲɛðrɔs], Plural: [ˈkʲɛðri]
Hörbeispiele: —, Plural:

Bedeutungen:
[1] Botanik: Zeder (Cedrus)

Herkunft:
Erbwort aus dem hellenistischen κέδρος m, das seinerseits von dem altgriechischen κέδρος (kedros) → grc abstammt[1]

Oberbegriffe:
[1] δέντρο, φυτό

Beispiele:
[1] Δάση από κέδρους συναντώνται στην Κρήτη, στην Κύπρο και στην Πελοπόννησο, στο όρος Πάρνωνας.[2]
Wäldern von Zedern begegnet man auf Kreta, auf Zypern und auf der Peloponnes, im Parnon-Gebirge.

Charakteristische Wortkombinationen:
ξύλο κέδρου

Übersetzungen[Bearbeiten]

Referenzen und weiterführende Informationen:
[1] Neugriechischer Wikipedia-Artikel „κέδρος
[1] PONS Griechisch-Deutsch, Stichwort: „κέδρος
[1] Μανόλης Τριανταφυλλίδης: Λεξικό της κοινής νεοελληνικής: „κέδρος

Quellen:

  1. Μανόλης Τριανταφυλλίδης: Λεξικό της κοινής νεοελληνικής: „κέδρος
  2. Neugriechischer Wikipedia-Artikel „κέδρος