ἄγαλμα

Aus Wiktionary, dem freien Wörterbuch
Zur Navigation springen Zur Suche springen
QSicon in Arbeit.svg Dieser Eintrag oder Abschnitt bedarf einer Erweiterung. Wenn du Lust hast, beteilige dich daran und entferne diesen Baustein, sobald du den Eintrag ausgebaut hast. Bitte halte dich dabei aber an unsere Formatvorlage!

Folgendes ist zu erweitern: Beispiele übersetzen

ἄγαλμα (Altgriechisch)[Bearbeiten]

Substantiv, n[Bearbeiten]

Singular Plural

Nominativ τὸ ἄγαλμα τὰ ἀγάλματα

Genitiv τοῦ ἀγάλματος τῶν ἀγαλμάτων

Dativ τῷ ἀγάλματι τοῖς ἀγάλμασι(ν)

Akkusativ τὸ ἄγαλμα τὰ ἀγάλματα

Vokativ (ὦ) ἄγαλμα (ὦ) ἀγάλματα

Worttrennung:
ἄ·γαλ·μα, Plural: ἀ·γάλ·μα·τα

Umschrift:
agalma, Plural: agalmata

Aussprache:
IPA: []
Hörbeispiele:

Bedeutungen:
[1] etwas, das schmückt: Schmuckstück, Prachtstück, Kleinod, Zierde
[2] Religion: Götterbild, Bildsäule
[3] Kunst: Statue

Herkunft:
Ableitung zu dem Verb ἀγάλλειν (agallein) → grc „schmücken“[1]

Verkleinerungsformen:
[1] ἀγαλμάτιον

Beispiele:
[1] „κεῖται δ’ ἐν θαλάμῳ, πολέες τέ μιν ἠρήσαντο
ἱππῆες φορέειν· βασιλῆϊ δὲ κεῖται ἄγαλμα,
ἀμφότερον κόσμός θ’ ἵππῳ ἐλατῆρί τε κῦδος·“[2]
[1] „πολλὰ δὲ μηρί’ ἔκηε θεῶν ἱεροῖσ’ ἐπὶ βωμοῖς,
πολλὰ δ’ ἀγάλματ’ ἀνῆψεν, ὑφάσματά τε χρυσόν τε,
ἐκτελέσας μέγα ἔργον, ὃ οὔ ποτε ἔλπετο θυμῷ.“[3]
[1] „ἐκ δ’ ἄρα Πεισάνδροιο Πολυκτορίδαο ἄνακτος
ἴσθμιον ἤνεικεν θεράπων, περικαλλὲς ἄγαλμα·“[4]
[1] „χαρίεντα δ’ ἕξει πόνον
χώρας ἄγαλμα, Μυρμιδόνες ἵνα πˈρότεροι
ᾤκησαν,“[5]
[1] „βαρεῖα δ’ εἰ
τέκνον δαΐξω, δόμων ἄγαλμα,
μιαίνων παρθενοσφάγοισιν
ῥείθροις πατρώιους χέρας πέλας βω-
μοῦ· τί τῶνδ’ ἄνευ κακῶν;“[6]
[1] „ὑφ’ ἅρμα τ’ ἤγαγον φιληνίους
ἵππους, ἄγαλμα τῆς ὑπερπλούτου χλιδῆς·“[7]
[1] „τί γὰρ πατρὸς θάλλοντος εὐκλείᾳ τέκνοις
ἄγαλμα μεῖζον, ἢ τί πρὸς παίδων πατρί;“[8]
[1] „αἱ δὲ σάρκες αἱ κεναὶ φρενῶν
ἀγάλματ’ ἀγορᾶς εἰσιν.“[9]
[1] „Κάστορός τε συγγόνου τε
διδυμογενὲς ἄγαλμα πατρίδος“[10]
[2] „ Πέρσας δὲ οἶδα νόμοισι τοιοισίδε χρεωμένους, ἀγάλματα μὲν καὶ νηοὺς καὶ βωμοὺς οὐκ ἐν νόμῳ ποιευμένους ἱδρύεσθαι, ἀλλὰ τοῖσι ποιεῦσι μωρίην ἐπιφέρουσι, ὡς μὲν ἐμοὶ δοκέειν, ὅτι οὐκ ἀνθρωποφυέας ἐνόμισαν τοὺς θεοὺς κατά περ οἱ Ἕλληνες εἶναι.“[11]
[2] „Μιῇ δὲ ἡμέρῃ τοῦ ἐνιαυτοῦ, ἐν ὁρτῇ τοῦ Διός, κριὸν ἕνα κατακόψαντες καὶ ἀποδείραντες κατὰ τὠυτὸ ἐνδύουσι τὤγαλμα τοῦ Διὸς καὶ ἔπειτα ἄλλο ἄγαλμα Ἡρακλέος προσάγουσι πρὸς αὐτό·“[12]
[2] „ἐὰν δέ τις τὰ αὐτὰ ταῦτα ἀδικήσῃ τὰ ἀγάλματα τῶν θεῶν, οὐδ’ αὐτῶν κωλύσετε τῶν ἱερῶν ἐπιβαίνειν ἢ εἰσιόντα <οὐ> τιμωρήσεσθε;“[13]
[2] „καὶ εἰ μὴ ἐδεδίει τὴν τῆς σφόδρα μανίας δόξαν, θύοι ἂν ὡς ἀγάλματι καὶ θεῷ τοῖς παιδικοῖς.“[14]
[3] „Ὅτι τοῖς Δαιδάλου ἀγάλμασιν οὐ προσέσχηκας τὸν νοῦν·“[15]

Wortbildungen:
[1] ἀγαλματοποιός

Übersetzungen[Bearbeiten]

Referenzen und weiterführende Informationen:
[1, 2] Wilhelm Gemoll: Griechisch-deutsches Schul- und Handwörterbuch. Von W. Gemoll und K. Vretska. 10. Auflage. Oldenbourg, München 2006, ISBN 978-3-637-00234-0, Seite 3
[1–3] Wilhelm Pape: Handwörterbuch der griechischen Sprache. Griechisch - Deutsches Handwörterbuch (in zwei Bänden). 3. Auflage. Vieweg und Sohn, Braunschweig 1914, Band 1, Seite 7

Quellen:

  1. Wilhelm Gemoll: Griechisch-deutsches Schul- und Handwörterbuch. Von W. Gemoll und K. Vretska. 10. Auflage. Oldenbourg, München 2006, ISBN 978-3-637-00234-0, Seite 3
  2. Homer, Ilias, 4, 143–145
  3. Homer, Odyssee, 3, 273–275
  4. Homer, Odyssee, 18, 299–300
  5. Pindar, Nemea, 3, 12–14
  6. Aeschylos, Agamemnon, 207–211
  7. Aeschylus, Prometheus, 465–466
  8. Sophokles, Antogone, 703–704
  9. Euripides, Electra, 387–388
  10. Euripides, Helena, 205–206
  11. Herodot, Historiae, 1, 131
  12. Herodot, Historiae, 2, 42
  13. Lysias, In Andocidem, 15, 6
  14. Platon, Phaedrus, 251a6
  15. Platon, Meno, 97d6