πόνος

Aus Wiktionary, dem freien Wörterbuch
Wechseln zu: Navigation, Suche

πόνος (Altgriechisch)[Bearbeiten]

Substantiv, m[Bearbeiten]

Singular Plural
Nominativ ὁ πόνος οἱ πόνοι
Genitiv τοῦ πόνου τῶν πόνων
Dativ τῷ πόνῳ τοῖς πόνοις
Akkusativ τὸν πόνον τοὺς πόνους
Vokativ (ὦ) πόνε (ὦ) πόνοι

Worttrennung:

Umschrift:

ponos, Plural: ponoi

Aussprache:

IPA: []
Hörbeispiele:

Bedeutungen:

[1] Arbeit
[2] Mühe
[3] Not, Leiden

Beispiele:

[1]

Wortbildungen:

ἀκεσίπονος, ἀλεξίπονος, ἀντίπονος, ἀπειρόπονος, ἀπονηρευσία, ἀπονηρός, ἄπονος, ἀριστοπόνος, ἀρουροπόνος, αὐτόπονος, ἀφερέπονος, ἀφιλόπονος, βαθυπόνηερος, βαρύπονος, βιοπόνος, γεωπόνος, διάπονος, δορίπονος, δύσπονος, ἐθελόπονος, εἰροπόνος, ἕμπονος, ἐπίπονος, ἐργοπόνος, διαπονηρεύομαι, δουλοπόνηρος, ἱστοπόνος, καλλίπονος, καρδιόπονος, καρτερόπονος, κατάπονος, κολοσσοπόνος, λαθίπονος, λυσίπονος, ματαιοπόνος, μελεόπονος, μισόπονος, νυμφοπόνος, ὀλιγοπόνος, ὀψοπόνος, παυσίπονος, πολύπονος, πονέω, πονηρος, ῥυσίπονος, σεμνόπονος, σιτοπόνος, τλησίπονος, ὑπέρπονος, φερέπονος, φερεσσίπονος, φιλόπονος, φυγόπονος

Übersetzungen[Bearbeiten]

Referenzen und weiterführende Informationen:

[1–3] Wilhelm Pape: Handwörterbuch der griechischen Sprache. Griechisch - Deutsches Handwörterbuch (in zwei Bänden). 3. Auflage. Vieweg und Sohn, Braunschweig 1914, Band 2, Seite 680, Eintrag „πόνος“

Ähnliche Wörter:

πόντος