φθινόπωρο

Aus Wiktionary, dem freien Wörterbuch
Wechseln zu: Navigation, Suche

φθινόπωρο (Neugriechisch)[Bearbeiten]

Substantiv, n[Bearbeiten]

Kasus Singular Plural
Nominativ το φθινόπωρο τα φθινόπωρα
Genitiv του φθινόπωρου
του φθινοπώρου
των φθινόπωρων
των φθινοπώρων
Akkusativ το φθινόπωρο τα φθινόπωρα
Vokativ φθινόπωρο φθινόπωρα

Worttrennung:

φθι·νό·πω·ρο, Plural: φθι·νό·πω·ρα

Umschrift:

fthinóporo, Plural: fthinópora

Aussprache:

IPA: [fθiˈnɔpɔrɔ], Plural: [fθiˈnɔpɔra]
Hörbeispiele: —, Plural:

Bedeutungen:

[1] Meteorologie: Herbst

Herkunft:

Buchwort aus dem altgriechischen φθινόπωρον (phthinopōron) → grc[1]

Gegenwörter:

[1] άνοιξη, καλοκαίρι, χειμώνας

Oberbegriffe:

[1] εποχή

Beispiele:

[1]

Wortbildungen:

[1] φθινοπωριάτικος

Übersetzungen[Bearbeiten]

? Referenzen und weiterführende Informationen:

[1] Neugriechischer Wikipedia-Artikel „φθινόπωρο
[1] PONS Griechisch-Deutsch, Stichwort: „φθινόπωρο
[1] Μανόλης Τριανταφυλλίδης: Λεξικό της κοινής νεοελληνικής: „16241

Quellen:

  1. Μανόλης Τριανταφυλλίδης: Λεξικό της κοινής νεοελληνικής: „16241