βάτραχος

Aus Wiktionary, dem freien Wörterbuch
Zur Navigation springen Zur Suche springen

βάτραχος (Neugriechisch)[Bearbeiten]

Substantiv, m[Bearbeiten]

Singular Plural

Nominativ ο βάτραχος οι βάτραχοι

Genitiv του βατράχου
του βάτραχου
των βατράχων
των βάτραχων

Akkusativ το βάτραχο τους βατράχους

Vokativ βάτραχε βάτραχοι

Worttrennung:

βά·τρα·χος

Umschrift:

vátrachos

Aussprache:

IPA: [ˈvatɾaxɔs]
Hörbeispiele:

Bedeutungen:

[1] schwanzlose Amphibie; Frosch

Weibliche Wortformen:

[1] βατραχίνα

Beispiele:

[1]

Wortbildungen:

[1] βατραχάνθρωπος, βατραχοπέδιλο, βατραχόσουπα

Übersetzungen[Bearbeiten]

Referenzen und weiterführende Informationen:
[1] Neugriechischer Wikipedia-Artikel „βάτραχος
[1] PONS Griechisch-Deutsch, Stichwort: „βάτραχος
[1] Μανόλης Τριανταφυλλίδης: Λεξικό της κοινής νεοελληνικής: „βάτραχος