Zum Inhalt springen

Verzeichnis:Neugriechisch/Entlehnungen

Aus Wiktionary, dem freien Wörterbuch

die Entlehnung – το δάνειο (dánio)  el

[Bearbeiten]
GriechischDeutschHerkunftQuelleBemerkung
ο γκιόνης (giónis)  el die Eule albanisch: gjon  sq γκιόνης
η γούβα (goúva)  el die Vertiefung albanisch: guvë  sq γούβα[1] oder Erbwort oder ...
το κοπέλι (kopéli)  el der Junge albanisch: kopil  sq κοπέλι
το λουλούδι (louloúdi)  el die Blume albanisch: lule  sq λουλούδι[2] oder von lateinisch: lilium  la
το λούμπα (loúmba)  el die Grube albanisch: luba  sq λούμπα
ο μπαμπέσης (babésis)  el der Schurke albanisch: pabesë  sq μπαμπέσης
η μπέσα (bésa)  el die Zuverlässigkeit albanisch: besë  sq μπέσα[3]
ο σβέρκος (svérkos)  el der Nacken albanisch: zverk  sq σβέρκος[4]
η φάρα (fára)  el das Geschlecht albanisch: farë  sq φάρα
η φλογέρα (flogéra)  el die Flöte albanisch: flojerë  sq φλογέρα
το φλάουτο (fláouto)  el die Flöte italienisch: flauto  it φλάουτο
η λούτσα (loútsa)  el die Pfütze slawisch: luža λούτσα[5]
σίγουρος (sígouros)  el sicher venetisch: seguro  xve σίγουρος[6]
  • Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Λεξικό της κοινής νεοελληνικής online auf Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα
  • Γεώργιος Μπαμπινιώτης, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα, Κέντρο Λεξικολογίας, 1998.

Quellen:

  1. Γεώργιος Μπαμπινιώτης, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Seite 434
  2. Γεώργιος Μπαμπινιώτης, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Seite 1023
  3. Γεώργιος Μπαμπινιώτης, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Seite 1140
  4. Γεώργιος Μπαμπινιώτης, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Seite 1574
  5. Γεώργιος Μπαμπινιώτης, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Seite 1024
  6. Γεώργιος Μπαμπινιώτης, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Seite 1590