ὄνομα

Aus Wiktionary, dem freien Wörterbuch
Wechseln zu: Navigation, Suche

ὄνομα (Altgriechisch)[Bearbeiten]

Substantiv, n[Bearbeiten]

Kasus Singular Plural
Nominativ τὸ ὄνομα τὰ ὀνόματα
Genitiv τοῦ ὀνόματος τῶν ὀνομάτων
Dativ τῷ ὀνόματι τοῖς ὀνόμασι(ν)
Akkusativ τὸ ὄνομα τὰ ὀνόματα
Vokativ (ὦ) ὄνομα (ὦ) ὀνόματα

Nebenformen:

ὄνυμα (ónyma), οὔνομα (oúnoma)

Worttrennung:

ὄ·νο·μα, Plural: ὀ·νό·μα·τα

Umschrift:

ónoma, Plural: onómata

Bedeutungen:

[1] Bezeichnung von etwas: Name
[2] speziell: Eigenname
[3] im positiven Sinn: Name, Ruf, Ruhm
[4] Grammatik: Nomen (Nennwort, Namenwort)

Gegenwörter:

[4] ῥῆμα

Unterbegriffe:

[4] ἐπίκοινον [epíkoinon – Epicönum], προσηγορικόν & προσηγορία [prosēgorikón & prosēgoria – Gattungsname (nomen appellativum)], κύριον ὄνομα [kyrion ónoma – Eigenname (nomen proprium)]; ἐπίθετον & ἐπιθετικόν [epítheton & epithetikón – Beiwort, Adjektiv]; ἀριθμητικόν [arithmētikón – Grundzahl[wort] (nomen numerale cardinale)], τακτικόν [taktikón – Ordnungszahl[wort] (nomen numerale ordinale)]
Unterbegriffe von Eigenname: ἐθνικόν [ethnikón – Gentile, Ethnikon (nomen gentile)]

Beispiele:

[1]
[4] „ὄνομά ἐστι μέρος λόγου πτωτικόν, σῶμα ἢ πρᾶγμα σημαῖνον, σῶμα μὲν οἷον λίθος, πρᾶγμα δὲ οἷον παιδεία, κοινῶς τε καὶ ἰδίως λεγόμενον, κοινῶς μὲν οἷον ἄνθρωπος ἵππος, ἰδίως δὲ οἷον Σωκράτης. […] ὑποπέπτωκε δὲ τῶι ὀνόματι ταῦτα, ἃ καὶ αὐτὰ εἴδη προσαγορεύεται· κύριον, προσηγορικόν, ἐπίθετον, πρός τι ἔχον, ὡς πρός τι ἔχον, ὁμώνυμον, συνώνυμον, +διώνυμον+, ἐπώνυμον, ἐθνικόν, ἐρωτηματικόν, ἀόριστον, ἀναφορικὸν ὃ καὶ ὁμοιωματικὸν καὶ δεικτικὸν καὶ ἀνταποδοτικὸν καλεῖται, περιληπτικόν, ἐπιμεριζόμενον, περιεκτικόν, πεποιημένον, γενικόν, +ἰδικόν+, τακτικόν, ἀριθμητικόν, ἀπολελυμένον, +μετουσιαστικόν+.“[1]

Wortbildungen:

ὀνοματοποιία
Mit der Nebenform ὄνυμα (ónyma) gebildet: ἀνώνυμος [anṓnymos], διώνυμος [diṓnymos], ἐπώνυμος [epṓnymos], ὁμώνυμος [synṓnymos], συνώνυμος [homṓnymos]; ἀντωνυμία [f., antōnymía] & ἀντώνυμον [n., antṓnymon], συνώνυμον [n., synṓnymon]
Deutsche Wörter, mit der Nebenform ὄνυμα (ónyma) gebildet: Antonym, Hyperonym, Hyponym, Komplenym, Meronym

Übersetzungen[Bearbeiten]

Referenzen und weiterführende Informationen:

[1–4] Wilhelm Pape, bearbeitet von Max Sengebusch: Handwörterbuch der griechischen Sprache. Griechisch-deutsches Handwörterbuch. Band 1: Α–Κ, Band 2: Λ–Ω. 3. Auflage, 6. Abdruck, Vieweg & Sohn, Braunschweig 1914. Stichwort „ὄνομα“.
[1–4] Henry George Liddell, Robert Scott, revised and augmented throughout by Sir Henry Stuart Jones with assistance of Roderick McKenzie: A Greek-English Lexicon. Clarendon Press, Oxford 1940. Stichwort „ὄνομα“.

Quellen:

  1. Dionysios Thrax: τέχνη γραμματική (tékhnē grammatikḗ). Zitiert nach Bibliotheca Augustana